ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΛΕΝΙΑΣ

 
Αρχική   Επιστροφή    
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Τα παιχνίδια.......της παλιάς γειτονίας. 

 
Κλένια
Ιστορία
Φωτογραφίες
Αξιοθέατα
Ηθη & έθιμα
Λαογραφία
Video
Χάρτης
Πρόσβαση
 
 
Σύλλογος
Μήνυμα Προέδρου
Ιδρυτικά μέλη
Νέα ανακοινώσεις
Εκδηλώσεις
Χορευτικό
Επικοινωνία
 
 
Όροι Χρήσης
Ευχαριστίες
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

 

Το παιχνίδι και η κίνηση  αποτελεί ζωτική ανάγκη για κάθε νεαρή ζωή μέσα στη φύση. Παιδί και παιχνίδι είναι δύο λέξεις που συνεπάγεται η μία την άλλη.                          Παρακολουθώντας κανείς τα σημερινά παιδιά, που βυθίζονται όλο και περισσότερο στους υπολογιστές, σε παιχνίδια που τα παρασύρουν μέσα σε πλασματικούς κόσμους και προσπαθούν να σκοτώσουν, να κυριεύσουν ή να κλέψουν με την βοήθεια του φανταστικού και βρώμικου τις περισσότερες φορές ήρωά τους, σκέπτομαι την εποχή που ήμουν στην ηλικία τους και αλωνίζαμε τα σοκάκια της Κλένιας, παίζοντας με τα δικά μας παιχνίδια.

 

Αφιερωμένο σε όσους γεννήθηκαν πριν το 1980

  Τότε που βγαίναμε από το σπίτι το πρωί και γυρνάγαμε τις γειτονίες παίζοντας, επιστρέφαμε  σπίτι το βράδυ, που είχαν ανάψει τα φώτα για να παίξουμε κρυφτό, σπίτι μπαίναμε με τις φωνές της μάνας μας, κανένας δε μπορούσε να μας βρει δεν υπήρχαν κινητά τότε.
  Πηγαίναμε με τα ποδήλατα η περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων μας να τους φωνάξουμε από την πόρτα.
  Φανταστείτε το!!! Χωρίς να ζητήσουμε την άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό κόσμο!! Χωρίς κανένα υπεύθυνο.
  Πως τα καταφέραμε?
  Δεν είχαμε playstations, nitento 64,τηλεοπτικα κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές διαδυκτιο.
 Eμείς είχαμε φίλους, κανονίζαμε να βγούμε μαζί και βγαίναμε, καμία φορά δε κανονίζαμε τίποτα απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν και παίζαμε κυνηγητό, κρυφτό και στάκαμαν..... μέχρι εκεί ήταν η τεχνολογία.
 Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά (όταν βρίσκαμε) αλλά κανένας δεν ήταν παχύσαρκος, ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χόντρος και αυτό ήταν όλο.
 Πίναμε νερό η αναψυκτικό από το ίδιο μπουκάλι η μοιραζόμασταν το ίδιο ποτό στη καφετερία αλλά κανένας μας δεν έπαθε τίποτα.
 Περνούσαμε τη μέρα έξω παίζοντας και τρέχοντας, φτιάχναμε μόνοι μας παιχνίδια από ξύλο, είχαμε χάσει χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου.
 Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση όχι εμφιαλωμένο, κάποιοι βάζανε και τα χείλη τους στη βρύση. 
Eίχαμε,
  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,  ΑΠΟΤΥΧΙΑ, ΕΠΙΤΥΧΙΑ, ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ
και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.
 Δε θα πρέπει να μας παραξενεύει που τα σημερινά παιδία είναι κακομαθημένα και χαζοχαρούμενα.
Αν εσύ είσαι από τους <<παλιούς>>.........συγχαρητήρια. Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν ΠΑΙΔΙ.
 Καμιά φορά θυμάμαι εκείνες τις όμορφες στιγμές…. Και λυπάμαι, πόσο λυπάμαι… Γιατί Δεν συναντώ πια παιδιά να παίζουν, δεν ξέρουν όμως τι  χάνουν. Ποτέ δε θα έχουν τις γλυκές αναμνήσεις που έχουμε εμείς. Ποτέ δε θα ναι  ευτυχισμένα όσα πανάκριβα παιχνίδια και να τους αγοράσουν… Όσα υλικά αγαθά και να αποκτήσουν, πάντα θα ψάχνουν κάτι παραπάνω, κάτι παραπάνω…. Και δε θα μάθουν ποτέ το μυστικό: ότι η μεγαλύτερη ευτυχία βρίσκεται πάντοτε στα μικρά και απλά πράγματα…Γι΄ αυτό και γω σήμερα, ζητώ πάλι πίσω εκείνες τις στιγμές, τα ξαδέρφια μου, τους φίλους, τα γέλια και τα κλάματά μας, τα παιχνίδια μας…Τα παιχνίδια μας….Αλήθεια, που πήγαν τα παιχνίδια μας…; 
 Σε όλους εμάς που παίξαμε και φωνάξαμε στης γειτονίες της Κλένιας, που εάν μπορούσαμε σίγουρα θα γυρίζαμε σε αυτά τα ανέμελα χρόνια και θα το ξανακάναμε. 
 

 Αυτά τα ακατανόητα περιπαιχτικά ποιήματα, που καθορίζουν ποιος θα ξεκινήσει το παιχνίδι & συχνά τη μοίρα του καθενός στο παιχνίδι. Τα βγάζουμε?


                    Α μπε-μπα-μπλομ.
                   Του κίθε-μπλομ.
                   Α μπε-μπα-μπλομ του κίθε μπλομ. Μπλιμ-μπλομ.


                   Σαν θα πας εκεί, στη Βόρειο Αμερική,
                   θα δεις τον Ερμή να παίζει μουσική.
                   Όλα τα κοιτώ, σαν παιδί κουτό,
                   την Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό.


                   
                   Ένα δύο τρία.
                   Πήγα στην κυρία.
                   Μου 'δωσε ένα μήλο.
                   Μήλο δαγκωμένο.
                   Το 'δωσα στην κόρη.
                   Έκανε 'εν' αγόρι.
                   Το 'βγαλε Θανάση.
                   Σκούπα και φαράσι.

                   Ανέβηκα σ' ένα βουνό
                   και είδα ένα γουρούνι.
                   Το κοίταξα καλά-καλά
                   Και σου 'μοιαζε στη μούρη.
                   Γω, γω, γω,
                   Συ, συ, συ,
                   Το γουρούνι είσαι εσύ!

                   Άκατα, μάκατα,
                   σούκουτου μπε,
                   άμπε, φάμπε,
                   ντο μινέ,
                   άκατα, μάκατα,
                   σούκουτου μπε,
                   άμπε, φάμπε,
                   βγες

Kρυφτό

Από τα πρώτα παιγνίδια μας ήταν το κρυφτό, που ούτε καν ξέραμε να μετρήσουμε μέχρι το δέκα αλλά μάθαμε απ’ έξω και ανακατωτά το ‘αμπεμπλόν του κιθεμπλόν αμπεμπλόν του κιθεμπλόν μπιμπλόν’. Αυτή ήταν η μονάδα μέτρησης του χρόνου και ανάλογα με τον χώρο. Εκεί λοιπόν ο ένας με το πρόσωπο σε ένα τοίχο ή δέντρο ή με τα χέρια να κλείνουν τα μάτια, μέτραγε με τον τρόπο αυτό και μετά ξεκινούσε να ξετρυπώσει τους … εξαφανισμένους. Δεν ήταν τόσο απλό όμως, γιατί αν κάποιος προλάβαινε και πήγαινε στην έδρα (το μέρος που καθόταν αυτός που μετρούσε) έλεγε φτου ξελευθερία και έπρεπε πάλι ο δύστυχος να ξαναμετρήσει. Αν τους ξετρύπωνε όλους, ο πρώτος η ο τελευταίως που θα έβρισκε θα έκανε το παιγνίδι αμέσως μετά.

 

 Κουτσό.

                 Παίζεται από 2 ή περισσότερα παιδιά ή από 2 ομάδες παιδιών, όταν τα παιδιά είναι από 4 και πάνω. Κάθε παιδί διαλέγει την πέτρα του, που πρέπει να είναι πλακέ και ελαφριά.
                Χαράζουν στο χώμα ή ζωγραφίζουν στο πεζοδρόμιο ή στην αυλή με κιμωλία το σχήμα του κουτσού και αριθμούν τα τετράγωνα. Η επάνω διάμετρος πρέπει να έχει τόσο πλάτος, ώστε να μπορεί να σταθεί ένα παιδί με τεντωμένα τα δυο του πόδια, δηλ. περίπου 80 πόντους. Ανάλογα πρέπει να είναι τα υπόλοιπα τετράγωνα. Ορίζουν ένα σημάδι και κάθε παιδί ρίχνει την πέτρα του στο σημάδι. Όποιου η πέτρα πάει μακρύτερα, εκείνο θα παίξει πρώτο. Ύστερα αρχίζει το παιχνίδι κι όποιο παιδί παίξει πρώτο, πετάει την πέτρα του στο πρώτο τετράγωνο, από μια απόσταση ως 3 βήματα περίπου. Αν τυχόν η πέτρα πέσει είτε έξω από το τετράγωνο είτε πάνω στη γραμμή, τότε το παιδί χάνει τη σειρά του και πρέπει να περιμένει να παίξουν όλοι οι άλλοι για να ξαναρίξει. Αν πέσει μέσα στο τετράγωνο, τότε πηδάει κι αυτό μέσα, πατώντας μόνο στο δεξί πόδι και μ' αυτό σπρώχνει την πέτρα στο επόμενο τετράγωνο. Όταν φτάσει στο τρίτο, τότε κάνει το λεγόμενο γεφυράκι, δηλ. σπρώχνει την πέτρα πάνω στη γραμμή, που είναι ανάμεσα στα 2 τετράγωνα του (4) και πατάει με τα 2 πόδια. Κατόπιν στηρίζεται πάλι στο δεξί πόδι και σπρώχνει την πέτρα στο πέμπτο τετράγωνο κι από κει στο κεντρικό τετράγωνο του (6), οπότε κάνει πάλι το γεφυράκι, έχοντας την πέτρα στο μεσιανό τετράγωνο και πατώντας με τα 2 πόδια του στα δυο ακριανά. Αμέσως μετά κάνει μεταβολή πηδώντας και τότε έχει το δικαίωμα είτε να κάνει πάλι το γεφυράκι και να σπρώξει την πέτρα με το κουτσό στο πέμπτο τετράγωνο είτε να σκύψει και να την πιάσει με το χέρι και να την πετάξει στο πέμπτο τετράγωνο. Συνεχίζει ύστερα το κουτσό και γυρίζει πίσω βγάζοντας την πέτρα έξω. Έρχεται κατόπιν η σειρά από τα άλλα παιδιά να κάνουν τον πρώτο γύρο.
                Ο δεύτερος γύρος λέγεται Τουβλάκι, γιατί όλη η διαδρομή γίνεται τοποθετώντας ένα σπασμένο τουβλάκι στη ράχη του ποδιού και πηδώντας ελαφρά από ένα τετράγωνο στο άλλο, έτσι ώστε να μην πέσει το τουβλάκι κάτω.
                Ο τρίτος γύρος λέγεται Πλάτη. Σ' αυτόν ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα του επάνω στην πλάτη του και πηδάει από το ένα τετράγωνο στο άλλο κουτσός πάντα και σκύβοντας για να μην πέσει η πέτρα του χάμω.
                Ο τέταρτος γύρος είναι το Χεράκι. Σ' αυτόν η πέτρα τοποθετείται πάνω στη ράχη του αριστερού χεριού και ο παίκτης πρέπει να κάνει όλη τη διαδρομή πηδηχτά, προσέχοντας να μην του πέσει η πέτρα. Στην επιστροφή, καθώς θα κάνει τη μεταβολή πηδηχτά στο έκτο τετράγωνο, πετάει και την πέτρα ψηλά, γυρίζοντας το χέρι του και κατά την επιστροφή την κρατάει πια στην τεντωμένη παλάμη του.
                Ο πέμπτος και τελευταίος γύρος είναι το τυφλο Ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα πάνω στο κούτελό του και γέρνει το κεφάλι του κατά πίσω, προσέχοντας να μην πέσει η πέτρα. Έτσι κάνει όλη τη διαδρομή, χωρίς να βλέπει που πατάει και προσέχοντας να μην πατήσει στη γραμμή ή να μη βγει έξω από τα τετράγωνα, αλλιώς καίγεται και ξαναρχίζει.
                Όταν τα παιδιά παίζουν ομαδικά, νικάει εκείνη η ομάδα που οι παίκτες της έχουν καεί τις λιγότερες φορές.

 

 

Το δαχτυλιδάκι.

                  Όλα τα κοριτσάκια κάθονται στη σειρά, εκτός από τη μάνα, που στέκει ορθή, απέναντί τους. Καθώς κάθονται, κρατούν τα χέρια τους ενωμένα, με τις παλάμες τεντωμένες, επάνω στα γόνατά τους. Η μάνα, που στέκει αντίκρυ τους, έχει κι αυτή τα χέρια της ενωμένα κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά μέσα στη χούφτα της έχει κρυμμένο ένα δαχτυλίδι ή ένα χαλικάκι ή οποιοδήποτε άλλο μικρό αντικείμενο. Η μάνα στέκει μπροστά από κάθε κορίτσι και βάζει τα ενωμένα χέρια της ανάμεσα στα δικά του, που μόλις τα ανοίγει κάνοντας πως τάχα αφήνει να πέσει στα χέρια του το δαχτυλίδι. Τελικά, το αφήνει να πέσει στα χέρια κάποιας, συνεχίζει όμως ως την τελευταία. Όταν περάσει απ' όλες, ρωτάει όλα τα κορίτσια, ανάκατα, σε ποια άφησε το δαχτυλίδι. Όποια το ανακαλύψει, γίνεται μάνα, αλλιώς το παιχνίδι ξαναρχίζει με την ίδια μάνα.

  

 

Περνα Περνά η μέλλισα.

                 Τα παιδιά, από 6 και πάνω, διαλέγουν από τα πιο μεγάλα, δυο μάνες και η κάθε μια παίρνει με λάχνισμα τον ήλιο ή το φεγγάρι. Οι 2 μάνες σχηματίζουν με τα χέρια τους μια καμάρα και στέκονται όρθιες στη μέση. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή, το ένα πίσω απ' το άλλο, κρατημένα απ' τη μέση ή απ' τη ζώνη τους. Όπως έχουν σχηματίσει τη σειρά προχωρούν προς την καμάρα τραγουδώντας:

Περνά, περνά η μέλισσα

Με τα μελισσόπουλα

Και με τα παιδόπουλα!

                Όταν φτάσουν μπρος την καμάρα οι 2 μάνες τα ρωτούν:

-Από πού ερχόσαστε;

-Από την Κόρινθο (π.χ.)

-Και τι έχετε φορτωμένα;

-Σύκα και σταφύλια (π.χ.)

-Περάστε μέσα.

                Σηκώνουν λοιπόν τα χέρια τους και τα παιδιά περνούν κάτω από την καμάρα, βουίζοντας σαν τις μέλισσες. Την ώρα που είναι να περάσει το τελευταίο, οι 2 μανάδες κατεβάζουν τα χέρια τους και το κρατούν κι ύστερα το ρωτούν σιγά, ώστε να μην ακούσουν τα άλλα:
         -Τι θέλεις, τον ήλιο ή το φεγγάρι;
                Το παιδί θα πει τον ήλιο ή το φεγγάρι και τότε θα πάει πίσω απ' αυτή που πήρε τούτο το όνομα και θα πιαστεί απ' τη μέση της. Το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, μόνο που κάθε φορά, τα παιδιά λένε ότι έρχονται από άλλο μέρος και φέρνουν διαφορετικά πράγματα, μέχρις ότου μοιραστούν όλες. Την τελευταία τη ρωτούν πια φανερά, αν θέλει τον ήλιο ή το φεγγάρι κι όταν διαλέξει πιάνεται, πίσω απ' όλα τα άλλα παιδιά. Τότε η μια μάνα βγάζει τη ζώνη της και την απλώνει στην άλλη και η κάθε μια τους κρατάει από μιαν άκρη και με τα παιδιά από πίσω της την τραβάει προς το μέρος της. Όποια πάρει την άλλη, νικάει.

 

 Μπιζζζζζ……

                 Το παιχνίδι αυτό είναι αρχαιότατο και το όνομά του ήταν «κολλαβίζειν» και αναφέρεται και στο «κατά Λουκάν Ευαγγέλιο κβ΄ 66».
                Βάζουν κλήρο για να δουν ποιος θα τα φυλάει. Εκείνος, που θα του πέσει ο κλήρος, κάθεται σ' ένα σκαμνί ή στέκει σκυφτός και βάζει το δεξί του χέρι κάτω απ' την αριστερή μασχάλη του, κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα πάνω, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατάει κλειστά τα μάτια του. Οι άλλοι παίκτες στέκονται προς τα αριστερά του κι ένας απ' αυτούς τον πλησιάζει και του κτυπά την ανοιχτή παλάμη κι ύστερα απομακρύνεται, τρέχοντας μαζί με τους άλλους, που όλοι χοροπηδούν γύρω του και στριφογυρίζουν το δάχτυλό τους φωνάζοντας: «Μπιζζ! », όπως κάνει η μέλισσα. Αυτός που τα φυλάει, πρέπει να μαντέψει ποιος τον κτύπησε. Αν τον ανακαλύψει, τότε αυτός παίρνει τη θέση του, ειδεμή το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο.

 

 

 Λύκε λύκε είσαι εδώ.

                 Ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά κάνει τον λύκο, που πάει και κρύβεται πίσω από ένα θάμνο ή ένα δέντρο. Τα άλλα παιδιά, με επικεφαλής ένα απ' τα μεγαλύτερα, που θα είναι η «μάνα», πιάνονται στη σειρά, το ένα πίσω απ' το άλλα και πλησιάζουν το κρησφύγετο του λύκου, απαγγέλλοντας ρυθμικά:

«Πήγε ο λύκος στο βουνό,

μες στο δάσος το πυκνό.

Τριγυρνώ και τραγουδώ:

Λύκε, λύκε είσαι δω;»

Ο λύκος απαντάει: -Εδώ είμαι!

Τα παιδιά ρωτούν: -Και τι κάνεις;

Ο λύκος: -Βάζω το πουκάμισό μου! Ή

  Τώρα σηκώνομαι απ' το κρεβάτι μου!

                Τα παιδιά απομακρύνονται, κάνουν ένα νέο γύρο, πάντα πιασμένα το ένα πίσω απ' το άλλο και σταματούν πάλι έξω απ' το κρησφύγετο του λύκου, λέγοντας το ίδιο τραγουδάκι. Ο λύκος εξακολουθεί να ντύνεται και τους απαντάει πάντα: «Βάζω το παντελόνι μου» ή «φοράω τα παπούτσια μου» ή δίνει άλλες αστείες απαντήσεις, όπως: «Ξυρίζω τα μουστάκια μου», ανάλογα με την ηλικία του και με την ετοιμότητά του. Στο τέλος λέει: «Βάζω το καπέλο μου» ή «παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ» και τότε τα παιδιά σκορπίζονται φωνάζοντας:
«Λύκε, λύκε φτάσε με,
σαν μπορείς και πιάσε με!»
                Ο Λύκος τρέχει από πίσω τους και τα κυνηγάει. Όποιο παιδί φτάσει, βγαίνει από το παιχνίδι. Αυτό γίνεται ώσπου να τα πιάσει όλα ή ώσπου να κουραστούν τα παιδιά.

 

  

Η μικρή ελένη.

                 Τα κοριτσάκια σχηματίζουν έναν κύκλο, που κοιτάζει προς τα μέσα. Στο κέντρο κάθεται ένα κοριτσάκι, που κάνει τάχα ότι κλαίει. Τα άλλα γυρίζουν γύρω-γύρω και τραγουδούν:

Η μικρή Ελένη

κάθεται και κλαίει

γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της.

Σήκω απάνω, πλύνε τα μάτια,

Κοίταξε τον ήλιο κι αποχαιρέτησε!

                Το κοριτσάκι, τότε, που κάνει την Ελένη, πλένει δήθεν τα μάτια της και κοιτάζει τον ήλιο κι ύστερα σηκώνεται ξαφνικά και πιάνει μια απ' τις άλλες, που γίνεται εκείνη Ελένη με τη σειρά της.

 

  

Η κολοκυθιά. 

                Οι παίκτες - από 5 ως 10 - κάθονται γύρω-γύρω και βγάζουν έναν αρχηγό, τα πιο μεγάλα απ' τα παιδιά ή τον πιο έξυπνο, ανάμεσα στους μεγάλους. Καθένας απ' τους παίκτες παίρνει έναν αριθμό. Αυτό γίνεται κατά 2 τρόπους: Ή εκείνος που κάθεται στ' αριστερά του αρχηγού, παίρνει τον αριθμό 1 κι ο διπλανός του το 2 κι έτσι ως το τέλος, ή ο  καθένας παίρνει όποιο αριθμό του αρέσει, που δεν πρέπει όμως να είναι μεγαλύτερος, απ' όσα είναι στο σύνολό τους τα παιδιά. Έτσι π.χ. αν τα παιδιά είναι 8, δεν πρέπει κανείς να πάρει τον αριθμό 10. Κάθε παίκτης πρέπει να θυμάται καλά τον αριθμό του, γιατί απ' αυτό θα εξαρτηθεί αν θα κερδίσει ή θα χάσει.
         Πρώτος μιλάει ο αρχηγός και λέει:
         - Έχω μια κολοκυθιά που κάνει 3 (π.χ.) κολοκύθια!
                Μόλις αναφέρει αυτόν τον αριθμό, εκείνος που έχει το 3, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει:
         - Και γιατί να κάνει τρία;
         - Και πόσα θέλεις να κάνει; Ρωτάει ο αρχηγός.
         - Να κάνει (π.χ.) πέντε.
                Μόλις ακούσει τον αριθμό του εκείνος που έχει το πέντε, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει: «Και γιατί να κάνει  πέντε;» και το παιχνίδι συνεχίζεται μ' αυτόν τον τρόπο.
                Αν κανείς ακούσει τον αριθμό του και δεν σηκωθεί ή σηκωθεί ακούγοντας τον αριθμό που έχει άλλος ή πει ανύπαρκτο αριθμό (π.χ. το 12 αν είναι 10 τα παιδιά), τότε χάνει και πρέπει να δώσει ενέχυρο. Αυτό το ενέχυρο πρέπει να είναι κάτι το ατομικό του, π.χ. το μαντήλι του, το βραχιόλι του…  Όλα αυτά ο αρχηγός τα βάζει κατά μέρος και τα σκεπάζει μ' ένα μαντίλι ή μ' ένα κομμάτι ύφασμα. Όταν τελειώσει το παιχνίδι, ο αρχηγός βάζει το χέρι του κάτω απ' το μαντίλι, τραβάει ένα-ένα τα ενέχυρα και φωνάζει:
         - Κι αυτός εδώ, τι πρέπει να κάνει;
                Οι άλλοι, όλοι μαζί, φωνάζουν.
         - Να λαλήσει σαν πετεινός ή να γκαρίξει σαν γαϊδούρι ή να περπατήσει με τα τέσσερα, ή ό,τι άλλο σοφιστούν.
                Την τιμωρία αυτή, πρέπει ο τιμωρημένος να τη δεχτεί με κέφι και να κάνει τους άλλους να γελάσουν.

 

 Γύρο γύρο όλοι.

                 Τα παιδάκια σχηματίζουν έναν κύκλο και βάζουν το πιο μικρό στη μέση. Ύστερα πιάνονται από τα χέρια και γυρίζουν τραγουδώντας:

Γύρω-γύρω όλοι

Στη μέση ο Μανόλης,

Χέρια, πόδια στη γραμμή

Όλοι κάθονται στη γη!

-Κάθισε, Μανολάκη!

                Με το: «όλοι κάθονται στη γη!», όλα τα παιδάκια κάθονται χάμω και τεντώνουν τα πόδια τους προς το κέντρο. Το ίδιο πρέπει να κάνει και ο «Μανόλης».

 

 Δεν περνάς κυρά Μαρία.

                 Πιάνονται απ' το χέρι και σχηματίζουν κύκλο, ενώ ένα κορίτσι απ' τα μεγαλύτερα, η κυρα-Μαρία, στέκεται στη μέση. Αρχίζουν να γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδούν, ενώ η κυρα-Μαρία προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους.

Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς δεν περνάς,

Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς, περνάς!

-Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, δεν περνώ.

Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, περνώ!

-Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, δεν περνάς

Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, περνάς!

-Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, δεν περνώ

Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, περνώ!

-Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, δεν περνάς

Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, περνάς!

-Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, δεν περνώ

Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, περνώ!

-Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, δεν περνάς

Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, περνάς!

-Η καλή μου είν' (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, δεν περνώ

Η καλή μου είν' (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, περνώ!

                Μόλις ακούσει τ' όνομά του το κορίτσι που ανέφερε η κυρα-Μαρία, φεύγει απ' τον κύκλο και μπαίνει στη μέση και τότε είτε γίνεται αυτό κυρα-Μαρία και το παιχνίδι συνεχίζεται έτσι είτε στέκεται στο πλάι της κυρα-Μαρίας, που συνεχίζει ν' αναφέρει σε κάθε επανάληψη του τραγουδιού κι από μια φιλενάδα της, ώσπου δε μένουν πια αρκετά κορίτσια, για να σχηματίσουν κύκλο κι έτσι το παιχνίδι τελειώνει.

 

Σπασμένο τηλέφωνο.

 Καθόμασταν στην σειρά και ο πρώτος άρχιζε να πει στο αφτί του επομένου μια λέξη. Ο σκοπός ήταν να μην ακούνε οι υπόλοιποι. ποτέ δεν έφτανε η λέξη η αρχική…άλλη λέξη ξεκινούσε και άλλη έφτανε στον τελευταίο παιδί…

 

 

 

Επάνω

Copyright © 2008 Πολιτιστικός Σύλλογος Κλένιας