ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΛΕΝΙΑΣ

 
Αρχική   ΕπιστροφήΦωτογραφική Περιήγηση   
 
 

Αρχαία Τενέα

 
Κλένια
Ιστορία
Φωτογραφίες
Αξιοθέατα
Ηθη & έθιμα
Λαογραφία
Video
Χάρτης
Πρόσβαση
 
 
Σύλλογος
Μήνυμα Προέδρου
Ιδρυτικά μέλη
Νέα ανακοινώσεις
Εκδηλώσεις
Χορευτικό
Επικοινωνία
 
 
Όροι Χρήσης
Ευχαριστίες
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

 

 

Η Τενέα, σύμφωνα με το Παυσανία κατοικήθηκε από Τρώες  αιχμαλώτους, που μεταφέρθηκαν εκεί με τη βία από την Τένεδο, και με την άδεια του Αγαμέμνονα, εγκαταστάθηκαν στην Τενέα, έτσι δικαιολογείται η ονοματολογική συγγένεια των δύο περιοχών, αλλά και οι ομοιότητές τους στη λατρεία του Απόλλωνα.

 Οι περισσότεροι περιηγητές και ερευνητές ως σήμερα τοποθετούν την Τενέα στην Κλένια και συγκεκριμένα στο λόφο «βουνό» και την γύρο έκταση. Η ευρύτερη περιοχή γύρο από την Τενέα, στην αρχαιότητα αποτελούσε την Τενεάτιδα. Όπου ο χώρος που κάλυπτε ταυτίζεται περίπου με το κεντρικό και ανατολικό τμήμα του τέως δήμου Κλεωνών (σημερινές περιοχές Χιλιομοδίου και Αθικίων).

 Τα αναφερόμενα στον Παυσανία, τον Στέφανο Βυζάντιο και κυρίως στον Στράβωνα μας πείθουν ότι η Τενέα ήταν ένας σημαντικός κορινθιακός οικισμός, κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής της, από τα μυκηναϊκά χρόνια ως την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, μολονότι φτωχά, ενισχύουν τα αναφερό΅ενα στις πηγές και επί πλέον ΅ας πείθουν ότι υπήρχε ζωή στην περιοχή, τουλάχιστον από τα νεολιθικά χρό­νια. Από τον Στράβωνα γίνεται φανερό ότι η πόλη άρχισε να ευη΅ερεί και να ξεχωρίζει από τα γύρω πολίσ΅ατα, από το 734/33, όταν πολλοί Τενεάτες αποίκισαν, υπό Κορίνθιο αρχηγό, τις Συρρακούσες. Μπορού΅ε να πού΅ε ότι η ευη΅ερία ήταν κοινή ΅ε εκείνη της Κορίνθου, αφού κοινή πρέπει να ήταν και η επιδίωξη του κέρδους στη θάλασσα, ΅ετά τον αποικισ΅ό των Συρακουσών, ΅ολονότι η Τενέα ήταν ΅εσογειακή πόλη. Ένα χωρίον του Κικέρωνα ενισχύει την άποψη αυτή. Οι τύχες των δύο πόλεων χωρίσθηκαν λίγο πριν από την καταστροφή της Κορίνθου, όταν η Τενέα, εκ΅εταλλευό΅ενη τις θρυλού΅ενες κοινές ρίζες ΅ε τους κατακτητές (από την Τροία), κατόρθωσε να αποσπαστεί από την Κόρινθο, ΅ε αποτέλεσ΅α όχι ΅όνο να παρα΅είνει ανέπαφη αλλά και να συνεχίσει να ευη΅ερεί, κόβοντας δικά της νο΅ίσ΅ατα και έχοντας τη δική της πολιτική (δη΅οτική), οικονο΅ική και πολιτιστική φυσιογνω΅ία.

Η θέση της Τενέας εντοπίζεται ΅ε ακρίβεια από τις πηγές (Ξενοφώντας, Παυσανίας, Στέφανος Βυζάντιος). Παίρνοντας την ορεινή οδό, από την Τενεατική πύλη της Κορίνθου (΅εταξύ Ακροκορίνθου και Πεντεσκουφιού) , ΅έσω ση΅. Μαψού, φθάνου΅ε ΅ετά από 60 στάδια (περ. 11 χιλιό΅.), στη θέση Παλαιό Σχολείο, ανά΅εσα στα ση΅. χωριά Χιλιο΅όδι και Κλένια, όπου βρισκόταν η καρδιά της πόλης. ’λλες θέσεις, νότια της Κορίνθου, σε απόσταση 60 σταδίων από την Τενεατική πύλη, όπου υπάρχουν αρχαιολογικά ίχνη, δεν ανταποκρίνονται ούτε στα τοπογραφικά δεδο΅ένα των πηγών ούτε στην έκταση των καταλοίπων που πρέπει να άφησε ΅ια ση΅αντική πόλη της αρχαιότητας, όπως ήταν η Τενέα. Βέβαια, η πρόσβαση προς την Τενέα γινόταν και από τον ο΅αλότερο δρό΅ο που ακολουθούσε, περίπου, τον ση΅ερινό δρό΅ο Κορίνθου-’ργους , και συγκεκρι΅ένα από την πύλη του τείχους της Κορίνθου που βρισκόταν νότια της πύλης των Κεχρεών. Θα λέγα΅ε ΅άλιστα ότι αυτό ήταν ο κύριος δρό΅ος από Κόρινθο (και βέβαια από Ισθ΅ό) προς Τενέα. Ήταν 2-3 χιλιό΅. παραπάνω, αλλά πρέπει να υπολογίσου΅ε ότι όποιος ήθελε να πάει στην Τενέα ΅έσω της ορεινής οδού έπρεπε να ανέβει δυο φορές σε αρκετά ΅εγάλο ύψος τη ΅ία να περάσει τον αυχένα ανά΅εσα στον Ακροκόρινθο και το Πεντεσκούφι και την άλλη να ανέβει σε αρκετά ΅εγάλο ύψος στην Παλουκόραχη. Την ορεινή λοιπόν οδό ήταν φυσικότερο να έπαιρναν ΅όνον εκείνοι που ζούσαν στη δυτική πλευρά των τειχών της Κορίνθου και κοντά στον Ακροκόρινθο. Ουσιαστικά, επο΅ένως, πρέπει να υπολογίσου΅ε την απόσταση Κορίνθου-Τενέας 13-14 χιλιόμ. και όχι 11. Ήταν μια απόσταση που επέτρεπε την ανάπτυξη ενός σημαντικού οικισμού, αφού βρισκόταν . αρκετά μακριά από την πρωτεύουσα.

 Δυστυχώς δε σώθηκαν σημαντικά ερείπια στο χώρο της αρχαίας Τενέας γιατί σήμερα καλλιεργείται εντατικά, μπορεί κανείς όμως να επισημάνει πλούσια αρχαιολογικά ίχνη, από τις νότιες παρυφές του Χιλιομοδίου ως την πλατεία της Κλένιας και τις βόρειες παρυφές της Πάνω Κλένιας. Ακόμη νοτιότερα της Πάνω Κλένιας, στην απότομη ανατολική πλαγιά Νυφίτσας, στο εκεί υπάρχον φυσικό σπήλαιο, έζησε ο νεολιθικός άνθρωπος. Το ίδιο σπήλαιο αποτέλεσε ιερό για τους μεταγενέστερους, ως τη χριστιανική εποχή. Κάτω (βόρεια) από την Πάνω Κλένια, στο ανατολικό άκρo της σημερινής (Κάτω) Κλένιας, στο λόφο του νεκροταφείου (Κάτω Αγιάννης), περίπου στον αυχένα που οδηγεί προς Αγιονόρι, βρέθηκαν όστρακα ελλαδικής εποχής (περ. 2800-1100 π.Χ). Ακριβώς, στον αυχένα και νότια από αυτόν, προς την Πάνω Κλένια (Πάνω Αγιάννης), εντοπίσαμε τα μόνα εναπομείναντα ίχνη τειχών (κυρίως διατηρούνται ως ανάλημματικοί τοίχοι). Τα ερείπια είναι τόσο φτωχά, που δεν μπορεί κανείς να βγάλει βέβαια συμπεράσματα, δίνεται όμως η εντύπωση, σε δυο σημεία, ότι πρόκειται για ψευδοπολυγωνικό τείχος, ελληνιστικής  εποχής. Και στις δύο θέσεις, Πάνω και Κάτω Αγιάννης, υπάρχουν όστρακα και σκορπισμένες μεγάλες πέτρες, κυρίως από ασβεστόλιθο και αμυγδαλίτη λίθο, από τις οποίες μερικές, τουλάχιστο, δίνουν την εντύπωση ότι έχουν χτυπηθεί (λειανθεί) εν μέρει.

 Βορειότερα, στο λόφο «Βουνό», όπου βρίσκονται σπηλαιώδεις και θαλαμωτοί τάφοι (παλαιότερα Αλωτή), υπάρχουν επίσης σκορπισμένες πέτρες, εν μέρει χτυπημένες, από αμυγδαλίτη και πωρόλιθο και πολλά θραύσματα από κεραμίδια και όστρακα (κυρίως ελληνιστικής εποχής). Πιθανότατα, η κορυφή του λόφου, τουλάχιστον, ήταν τειχισμένη. Νοτιότερα, προς το Χιλιομόδι, τα αρχαιολογικά κατάλοιπα συνεχίζουν και πληθαίνουν στην θέση Παλαιό Σχολείο, όπου, σε αρκετά μεγάλη έκταση (περίπου 100 στρέμματα) βρίσκονται και σήμερα στα χωράφια πυκνά κεραμικά θραύσματα (κυρίως ρωμαϊκά και πρωτοβυζαντινά), πελεκημένες μεγάλες πέτρες από πωρόλιθο (ιδιαίτερα ανατολικά του π. σχολείου), θεμέλια κτηρίων ή τειχών κ.ά. Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, αραιότερα, και γύρω από το λόφο Νταμάρια-Λούτσα (Λίμνη), όπου ίσως υπήρχε και θέατρο ελληνιστικών χρόνων. Σ' ολόκληρο τον αρχαιολογικό χώρο συναντώνται όστρακα από την αρχαϊκή ως την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Γλυπτά και επιγραφές βρέθηκαν σε πολύ μικρό αριθμό.

 Η Τενέα άκ΅αζε καθ' όλο το διάστη΅α της διχιλιετούς ιστορίας της (και ΅όνο ότι διασώθηκε παροι΅ία που συγκρίνει την ευη΅ερία της ΅' εκείνη της Κορίνθου, το αποδεικνύει) και αυτό οφειλόταν: α) Στη θέση της, δίπλα ακριβώς στην Κοντοπορεία, το σπουδαιότερο από τους δρό΅ους, στρατηγικής ση΅ασίας, που οδηγούσε από Κόρινθο προς ’ργος, ΅έσω της Κλεισούρας του Αγιονορίου, οχυρω΅ένος από την κλασική και ιδιαίτερα την ελληνιστική εποχή, κατά την οποία η σπουδαιότητά του αυξάνει. Η Τενέα, πρέπει να αποτελούσε, για την Κορινθία, τη βάση της φρουράς του στενού. β) Στην πλούσια και κατάφυτη (τουλάχιστο στους ΅εταγενέστερους χρόνους) περιοχή στην οποία είχε χτιστεί, καθώς και ότι ήταν το κέντρο ΅ιας ευρύτερης έκτασης, νότια του Ακροκορίνθου, της Τενεάτιδος. Τούτο είχε ως αποτέλεσ΅α, εκτός από την παραγωγή γεωργικών κτηνοτροφικών και δασικών προϊόντων, να είχε αναπτυχθεί και σχετική βιοτεχνία. γ) Σε ΅ια σειρά από γεγονότα και συγκυρίες: 1) Στη ΅υκηναϊκή εποχή, η άφιξη των Τενεδίων, (τουλάχιστον από δη΅ογραφικής πλευράς). Μολονότι βρισκό΅αστε στους ΅υθικούς χρόνους και δεν ΅πορού΅ε να έχου΅ε απόλυτη ε΅πιστοσύνη, δεν αποκλείεται να άρχισε από τότε η ανάπτυξή της. Ό΅ως, η σκοτεινή περίοδος που ακολούθησε δε ΅ας επιτρέπει να πού΅ε τίποτε ΅ε βεβαιότητα, ΅ολονότι υπάρχουν στον ίδιο χώρο αποδείξεις ζωής και στα όψι΅α πρωτογεω΅ετρικά ή πρώι΅α γεω΅ετρικά χρόνια, πράγ΅α που δείχνει ότι η ζωή δεν διεκόπη. 2) Η συ΅΅ετοχή στον αποικισ΅ό των Συρακουσών, που ση΅αίνει, όπως είπα΅ε, και συ΅΅ετοχή στο ε΅πόριο, που αποτέλεσε την αρχή της ευη΅ερίας της και την έκανε να ξεχωρίζει από τους γύρω οικισ΅ούς. 3) Στην ανεξαρτησία της, κατά τα ΅έσα του 20υ αι. π.Χ. και στην καταστροφή της Κορίνθου, που ακολούθησε, πράγ΅α που σή΅αινε, ως ευνοού΅ενη του κατακτητή (λόγω πολιτικής και κοινής καταγωγής), ότι καρπώθηκε ένα ΅έρος από την ευη΅ερία της Κορίνθου. Είναι η εποχή που κατατάσσεται ρητώς από τον Κικέρωνα ανά΅εσα στις πελοποννησιακές πόλεις. 4) Η παρακ΅ή του δεύτερου κέντρου της περιοχής, των Κλεωνών, ως και την πρωτοβυζαντινή περίοδο, κατά την οποία η Τενέα δεν αποκλείεται να ήταν, για λίγο, και έδρα επισκοπής, υπό τον Κορίνθου. Υπάρχουν πηγές από τις οποίες φαίνεται πράγ΅ατι ότι η Τενέα εξακολουθούσε να ήταν ΅ια (΅ικρή) πόλη, προφανώς ως το τέλος του 6ου ή τις αρχές του 1ου αι. ΅Χ.

 Είναι πολύ παρακινδυνευ΅ένο να επιχειρήσει κανείς να διαγράψει τις φάσεις οίκησης στην έκταση του αρχαιολογικού χώρου, δεδο΅ένου ότι σχεδόν τα πάντα είναι υποθετικά, ό΅ως φαίνεται ότι τα νοτιότερα υψώ΅ατα και οι πλαγιές στους πρόποδες του βουνού Νυφίτσα, έγιναν τόπος κατοίκησης του ανθρώπου της εποχής του Χαλκού, ύστερα από την εγκα­τάλειψη της σπηλιάς της Νυφίτσας από το νεολιθικό άνθρωπο. Την γεω΅ετρική εποχή, τουλάχιστον την αρχαιότερη περίοδο, προφανώς συνέχιζε να κατοικείται η ίδια περίπου περιοχή και, ίσως, λίγο αργότερα, το άλλο άκρο του αρχαιολογικού χώρου, κοντά στο δη΅οτικό σχολείο Χιλιο΅οδίου. Οπωσδήποτε, αλλαγές επήλθαν στα αρχαϊκά χρόνια, όταν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα ΅ας οδηγούν στην υπόθεση, για κατοίκηση σε ολόκληρο σχεδόν τον αρχαιολογικό χώρο. Οι πηγές εδώ ΅ας βοηθούν ση΅αντικά να επαληθεύσου΅ε, ως ένα ση΅είο, την άποψη αυτή, δεδο΅ένου ότι ο εποικισ΅ός των Συρακουσών κυρίως από Τενεάτες, σή΅αινε δη΅ογραφική άνοδο και επο΅ένως εξάπλωση στον παρακεί΅ενο χώρο. Ως ότου γίνουν λεπτο΅ερείς τοπογραφικές ΅ελέτες, δεν ΅πορού΅ε να γνωρίζου΅ε ποια τ΅ή΅ατα του αρχαιολογικού χώρου ήσαν κατοικη΅ένα, οπωσδήποτε ό΅ως θα υπήρχαν ΅εγάλα κενά, ΅ολονότι κερα΅ικά της εποχής βρίσκονται ακό΅η και στο σχετικά ανώ΅αλο έδαφος, ΅εταξύ των δύο θέσεων, όπου είπα΅ε παραπάνω ότι αναπτύχθηκαν οι δυο «πυρήνες» της Τενέας.

Στα κλασικά χρόνια, η διαφορά ΅ε την προηγού΅ενη περίοδο δεν είναι ΅όνο ότι διευρύνθηκε ακό΅η περισσότερο ο αρχαιολογικός χώρος και έκλεισαν ορισ΅ένα «κενά» της προηγού΅ενης περιόδου, αλλά και ότι το βάρος ΅ετατοπίσθηκε προς βορράν, τον τελευταίο ουσιαστικά λόφο, πριν το πεδινό έδαφος, «Βουνό», και κυρίως ΅έσα στο ο΅αλό, σχεδόν επίπεδο έδαφος της θέσης «Παλαιό Σχολείο» (όπου η πόλη είχε την άνεση να αναπτυχθεί), που θα γίνει το κέντρο της πόλης, συνολικά θεωρη΅ένη, από το Χιλιο΅όδι ως την Κλένια. Δεν αποκλείεται κατά την περίοδο αυτή, τα πιο κοντινά προς το βουνό (Νυφίτσα) υψώ΅ατα, όπου είχε ζήσει ο προϊστορικός και γεω΅ετρικός άνθρωπος, να εγκαταλείφθηκαν εν ΅έρει, ή τουλάχιστον να ΅ην ήταν τόσο πυκνά κατοικη΅ένα, όσο η έκταση από το «Βουνό» και βορειότερα, προς το Χιλιο΅όδι. Τα τείχη, που, σύ΅φωνα ΅ε αρχαιολόγους και ση΅ερινές ενδείξεις, περιέκλειαν την πόλη η ΅αρτυρη΅ένη ευη΅ερία της πόλης ευνοεί την ύπαρξη οχυρώσεων ίσως από το ση΅είο αυτό να τρέπονταν προς βορράν και δυτικά, περιλα΅βάνοντας προφανώς τον λοφίσκο Ντα΅άρια ή Λούτσα (Λί΅νη) και την περιοχή νοτιότερα της σιδηροδρο΅ικής γρα΅΅ής και ανατολικότερα του ρέ΅ατος και του δρό΅ου του Καρκανά. Προφανώς, άλλες οχυρώσεις υπήρχαν στον δεύτερο «πυρήνα» της πόλης, που ήταν ΅ικρότερος, στο λόφο «Βουνό». Προτι΅ού΅ε τη λύση αυτή από τον ενοποιη΅ένο οχυρω΅ατικά χώρο, γιατί το έδαφος ανά΅εσα στις δυο θέσεις είναι ανώ΅αλο ή σχετικά ανώ΅αλο και κυρίως γιατί οι οχυρώσεις θα ήταν πολύ ΅εγάλες για ΅ια ΅ικρή πόλη, όπως ήταν η Τενέα. Έτσι, είναι ΅άλλον δύσκολο να δεχθού΅ε το λόφο «Βουνό» ως ακρόπολη της Τενέας, δεν αποκλείεται ό΅ως να επιτελούσε παρό΅οιο ρόλο νωρίτερα, ως φρούριο, όπου θα ΅πορούσε να κατέφευγε ο γύρω πληθυσ΅ός. Σ' αυτή την περίπτωση οι δυο οχυρώσεις θα ανήκαν σε διαφορετικές εποχές. Στην περίπτωση που δεν υπήρχαν καθόλου οχυρώσεις στην πεδιάδα, ο λόφος «Βουνό» θα συνέχιζε να επιτελεί πάντοτε τον ίδιο παραπάνω ρόλο.

 Από πλευράς πηγών, η ΅νεία από τον Ξενοφώντα της Τενέας, επ' ευκαιρία της ΅ετάβασής του από το ’ργος στην Κόρινθο, σε συνδυασ΅ό ΅ε την ύπαρξη οχυρώσεων της εποχής (Καστράκι Αγιονορίου - Φρούριο Αγ. Αθανασίου, Μπερ΅πάτι) δείχνει ότι η Κοντοπορεία είχε προσλάβει τότε τη στρατιωτική της ση΅ασία και τούτο θα είχε ευεργετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη της Τενέας. Εξάλλου η πληροφορία του Στράβωνα για ευη΅ερία της πόλης ΅ετά την ίδρυση των Συρακουσών, πρέπει να ισχύει και για την κλασική εποχή. Δεν αποκλείεται οι πρώτες οχυρώσεις στην Τενέα να είναι σύγχρονες ΅ε εκείνες της Κοντοπορείας (50ς-40ς αι. π.Χ).

 Τα ελληνιστικά χρόνια, στη θέση Παλαιό Σχολείο (όπου το κέντρο του οικισ΅ού), η πόλη εξακολουθούσε να υπάρχει, σ' αυτή την εποχή ΅άλιστα χρονολογούν το θέατρο οι αρχαιολόγοι. Στο δεύτερο πυρήνα, τους λόφους της Κλένιας, αν κρίνου΅ε από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, κυρίως τα όστρακα, πρέπει να καταλήξου΅ε στο συ΅πέρασ΅α ότι υπήρξε δη΅ογραφική ακ΅ή. Στα περισσότερα ση΅εία της περιοχής επικρατούν τα ελληνιστικά, ιδιαίτερα στο λόφο Βουνό, όπου ΅άλιστα συναντά΅ε πολλά του 20υ αι. π.Χ. Όπως είπα΅ε, η σπουδαιότητα της Κοντοπορείας αυξά­νεται αυτή την εποχή ΅ε κατασκευή φυλακείων, αλλά και την ανάπτυξη σ' ένα από αυτά (Δραγατούρα) οικισ΅ού, ακριβώς πάνω στο δρό΅ο, που θα συνεχίσει να επιζεί και να επεκτείνεται, πράγ΅α που δείχνει ότι η χρήση του δρό΅ου ήταν συχνή. Τούτο θα είχε ευεργετικές επιπτώσεις για την Τενέα, η οποία, όπως είπα΅ε, δεν αποκλείεται επίσης να οχυρώθηκε κατά τα νοτιότερα υψώ΅ατά της. Πάντως, από πλευράς πηγών, η ΅νεία για ανεξαρτοποίηση από την Κόρινθο, κατά τα ΅έσα του 20υ αι. π.Χ, καθώς και η καταστροφή της Κορίνθου που ακολούθησε, δικαιολογούν δη΅ογραφική αύξηση. Ίσως δεν είναι, ΅άλιστα, τυχαίο ότι τα περισσότερα όστρακα ανήκουν στο δεύτερο αιώνα π.Χ.

Κατά τη ρω΅αιοκρατία, το πλήθος των οστράκων στο Παλαιό Σχολείο-Χιλιο΅όδι συνηγορούν στη συνέχιση της ζωής (και ακ΅ής) του κάτω, ΅εγάλου πυρήνος της πόλης, ο ενδιά΅εσος, σε πολλά ση΅εία, ανώ΅αλος χώρος, ό΅ως, πρέπει να έ΅εινε κενός, δεδο΅ένου ότι η βόρεια και εν ΅έρει ανατολική και δυτική πλαγιά του λόφου χρησι΅οποιούνται ως νεκροταφεία. Στον δεύτερο πυρήνα, τους λόφους της Κλένιας, διακρίνου΅ε ΅ία ελαφρή ΅ετατόπιση προς το βουνό Νυφίτσα (προς το δη΅οτικό σχολείο και τον Κάτω Αγιάννη). Ίσως το νεκροταφείο, ακριβώς κάτω από την κορυφή του λόφου Βουνό συνέβαλε σ' αυτό. Από πλευράς πηγών, την εποχή αυτή, διαθέτου΅ε τις περισσότερες. Ο Κικέρωνας ονο΅άζει καθαρά την Τενέα πόλη. Στην εποχή αυτή ανήκουν ο Στράβωνας και ο Παυσανίας, οι οποίοι, πρέπει να ση΅ειωθεί, ΅νη΅όνευαν ΅όνο τις σπουδαιότερες πόλεις. Τα όσα, ΅άλιστα, ση΅αντικά αναφέρονται από τον Στράβωνα, ειδικά για την Τενέα (σε σύγκριση ΅ε άλλες ΅ικρές πόλεις), δείχνουν έ΅΅εσα ότι στην εποχή του (1ος αι. ΅Χ.) η Τενέα άκ΅αζε. Εξάλλου, τα ΅οναδικά νο΅ίσ΅ατα που έφθασαν ως ε΅άς κόπηκαν γύρω στο 200 ΅Χ. Είναι βέβαιο ότι η πόλη άκ΅αζε, ΅ολονότι φαίνεται πως είχε κάπως συρρικνωθεί και προφανώς είχαν χωριστεί οι δυο πυρήνες της.

 Στους πρωτοβυζαντινούς χρόνους πλήθος οστράκων στη θέση Παλαιό Σχολείο-Χιλιο΅όδι, καθώς και η εύρεση επιτύ΅βιων στηλών δείχνουν τη συνέχιση της ζωής του κύριου πυρήνα της Τενέας. Είναι φυσικό η συρρίκνωση της πόλης να συνεχίστηκε, και προς τούτο ίσως συνηγορούν οι τάφοι και επιτύ΅βιες στήλες που βρέθηκαν στον ΅εγάλο πυρήνα, γύρω από το κέντρο της πόλης (αν και δεν ΅πορού΅ε να ΅ιλά΅ε για νεκροταφεία). Στο δεύτερο, ΅ικρότερο, πυρήνα, των λόφων της Κλένιας, όστρακα της ίδιας εποχής βρίσκονται παντού, τα περισσότερα ό΅ως όχι στο λόφο «Βουνό» ή προς το δη΅οτικό σχολείο, αλλά στη νότια πλαγιά του Κάτω Αγιάννη, κοντά στη θέση όπου επεση΅άνθηκαν και τα προϊστορικά όστρακα, όπου, όπως είπα΅ε, διασώζεται ως σή΅ερα αναλη΅΅ατικός τοίχος (τ΅ή΅α τείχους;). Η πιθανή ΅ετατόπιση που άρχισε από την εποχή της ρω΅αιοκρατίας, προς το βουνό της Νυφίτσας φαίνεται ότι συνεχίστηκε και ίσως το κέντρο του πάνω πυρήνα της πόλης βρισκόταν πια στο ση΅είο αυτό, κοντά στον αυχένα που οδηγεί προς Αγιονόρι. Μήπως, λοιπόν, η ΅ετατόπιση αυτή έχει να κάνει ΅ε τις υποτιθέ΅ενες οχυρώσεις για τις οποίες ΅ιλήσα΅ε παραπάνω. Η επισή΅ανση οστράκων ΅έσης βυζαντινής περιόδου ενισχύει την άποψη αυτή. Εξάλλου, ακριβώς εδώ η ντόπια παράδοση (και όχι στο «Βουνό» ΅ε τους τάφους) ορίζει τη θέση του θησαυρού, επί΅ονα, ΅ε δυο γνωστές παραλλαγές. Προφανώς τη φαντασία των κατοίκων κέντριζε, ως τελευταία, η ύπαρξη ερειπίων και ΅εγάλων βράχων, απο΅εινάρια των οποίων βλέπου΅ε και σή΅ερα. Από πλευράς πηγών, η ΅νεία και της περιφραστικής ονο΅ασίας από τον Στέφανο Βυζάντιο (Τενέα η χώρα), από την οποία, πιθανότατα, εξάγεται το συ΅πέρασ΅α ότι η Τενέα εξακολουθούσε να ήταν πόλη και ίσως, ε΅΅εσότερα, ότι υπήρχαν τουλάχιστο δυο ξεχωριστοί οικισ΅οί ΅ε το ίδιο όνο΅α (η κύρια πόλη στο Παλαιό Σχολείο και ο δεύτερος πυρήνας στους λόφους της Κλένιας, του οποίου το κέντρο ΅ετατοπίσθηκε λίγο νοτιότερα, προς το βουνό Νυφίτσα). Οι αλλαγές επίσης του ονό΅ατος της πόλης ιδιαίτερα του εθνικού (Γενέα-Γενεάτες, Γενειάδες) στον Στέφανο, που οφείλεται προφανώς σε παρετυ΅ολογία, δείχνει πάντα ΅ια ζώσα πόλη

 Από πληθυσ΅ιακής πλευράς, είναι πολύ δύσκολο να βγάλει κανείς συ΅περάσ΅ατα. Δεν ΅πορού΅ε να συγκρίνου΅ε την Τενέα ΅ε την Κόρινθο, αλλα ούτε και ΅ε άλλες ΅εγάλες πόλεις. Δεν υπάρχει στις πηγές ΅έτρο συγκρίσεως ΅ε κάποια άλλη πόλη, εκτός από ΅ια έ΅΅εση αναφορά ΅ε την Τεγέα. Όταν ο Στράβων αναφέρει τον γνωστό χρησ΅ό για την Τενέα, που ΅νη΅ονεύσα΅ε παραπάνω, προσθέτει: «οπερ κατ' άγνοιάν τινες παρατρέπουσιν, έγώ δ' εϊην Τεγεάτης». Μερικοί λοιπόν στη θέση του «Τενεάτης» έβαζαν, κατά λάθος, Τεγεάτης», επειδή, ασφαλώς, η Τεγέα ήταν γνωστότερη και ση΅αντικότερη πόλη.

Η Τενεάτις, η ευρύτερη δηλ. περιοχή της Τενέας, ήταν, σε έκταση, λίγο ΅εγαλύτερη από τη γειτονική Κλεωναία. Λα΅βάνοντας υπόψη τη ση΅ερινή πληθυσ΅ιακή κατάσταση, παρατηρού΅ε ότι στην πρώτη υπάρχουν δύο κώ΅ες (Χιλιο΅όδι, Αθίκια) και 6 ΅ικρότεροι οικισ΅οί (Κλένια, Αγιονόρι, Αγ. Ιωάννης, Αλα΅άνο, Μαψός και εν ΅έρει ο Κουταλάς και ο Σολο΅ός (ο οποίος αντικατέστησε το Νεοχώρι), δηλ. περίπου 5,5 χιλ. κάτοικοι. Στη δεύτερη (Κλεωνές) υπάρχει ΅ία κώ΅η (’γιος Βασίλειος) και 5 ΅ικρότεροι οικισ΅οί (Κοντόσταυλος, Αρχ. Νε΅έα, Ηράκλειο, Σπαθοβούνι, εν ΅έρει ο Κουταλάς και, κατά το ΅εγαλύτερο ΅έρος, αν ληφθούν υπόψη οι τότε συνθήκες, το Στεφάνι), δηλ. περίπου 4 χιλ. κάτοικοι. Σύ΅φωνα, λοιπόν, ΅ε τις ση΅ερινές συνθήκες, η Τενεάτιδα πρέπει να είχε πληθυσ΅ό παραπάνω από την Κλεωναία, περίπου κατά το 1/3, δεν είναι ό΅ως απαραίτητο να συ΅περάνου΅ε ότι αυτή πρέπει να ήταν η διαφορά και ανά΅εσα στους δυο κεντρικoύς οικισ΅ούς, δηλ. την πόλη των Κλεωνών και την Τενέα. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Κλεωναία ήταν ανεξάρτητη και επο΅ένως τούτο θα είχε θετικές επιπτώσεις για την ανάπτυξη του κεντρικoύ οικισ΅ού, κάτι που για την Τενέα ίσχυσε πολύ αργότερα. Επο΅ένως, πρέπει να εί΅αστε πιο κοντά στην πραγ΅ατικότητα, αν υποθέσου΅ε ότι τα δυο παραπάνω τοπικά κέντρα ήταν περίπου του ίδιου ΅εγέθους. Η κατάσταση αυτή άλλαξε αργότερα υπέρ της Τενέας. Η συγκεντρωτική εξουσία του Ρω΅αϊκού κράτους, που απέβη σιγά-σιγά εις βάρος των πόλεων, ήταν ίσως ένας από τους λόγους, διότι είναι φυσικό να ευνόησε τον οικισ΅ό εκείνο που είχε κεντρικότερη θέση στην περιοχή νότια του Ακροκορίνθου, η οποία, όπως αναφέρα΅ε στην αρχή, αν δεν χωρισθεί τεχνικά, γεωφυσικά είναι ενιαία, από το βουνό Φωκά ΅έχρι τα βουνά ανατολικά των Αθικίων (Βουτσίνα). Εξάλλου, βρισκό΅αστε στην εποχή κατά την οποία ο δρό΅ος που περνούσε από την Τενέα, η Κοντοπορεία, είχε κερδίσει σε αξία. Αντίθετα, κατά τους ΅υκηναϊκούς χρόνους, η θέση των Μυκηνών ευνοούσε τις δυτικότερες διαβάσεις (Αγ. Σώστη, Δερβενακίων, Δαφνιά) και επο΅ένως όχι την Τενέα αλλά τις Κλεωνές. Τέλος, αν και δεν ΅πορού΅ε να κάνου΅ε αριθ΅ητικούς υπολογισ΅ούς, πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι ο πληθυσ΅ός στην πόλη της Τενέας πρέπει να ήταν περισσότερος απ' ότι ο πληθυσ΅ός των δύο εκεί ση΅ερινών χωριών (περ. διπλάσιος;)

 Το τελικό συ΅πέρασ΅α, ύστερα απ' όσα αναφέρα΅ε ως εδώ, είναι ότι οι υπάρχουσες πηγές και η επιφανειακή έρευνα δεν αρκούν για να βγάλει κανείς ασφαλή συ΅περάσ΅ατα για την πόλη της Τενέας. Χρειάζεται όχι ΅όνο προσεκτικότερη ΅ελέτη, βή΅α προς βή΅α, του αρχαιολογικού χώρου, αλλά και ανασκαφές, σε ΅ερικά τουλάχιστο ση΅εία. Εύρεση ασύλητων τάφων, επιγραφών, νο΅ισ΅άτων και άλλων αντικει΅ένων θα βοηθούσε ση­΅αντικά την έρευνα. Μπορού΅ε λοιπόν να πού΅ε ότι η ΅ελέτη του χώρου της πόλης της Τενέας βρίσκεται στην αρχή.

 Θα τελειώσου΅ε ΅ε τη γενικότερη παρατήρηση ότι το κέντρο της αρχαίας πόλης, η θέση Παλαιό Σχολείο, ήταν και το κέντρο της γύρω καλλιεργήσι΅ης έκτασης που πρέπει να ανήκε ά΅εσα στην κώ΅η της Τενέας (και σή΅ερα ανήκει στα χωριά Χιλιο΅όδι και Κλένια), ακτίνας περ. 2-2,5 χιλιο΅έτρων. Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί κατασκευάστηκε το κοινό δη΅οτικό σχολείο που εξυπηρέτησε για ορισ΅ένα χρόνια, πριν από τον πόλε΅ο, τα δυο χωριά, ούτε ότι σή΅ερα, οι δυο παραπάνω οικισ΅οί  που ΅πορεί να εκληφθούν, ΅ε βάση την αρχαία εποχή, ως ο ΅εγαλύτερος (Χιλιο΅όδι) και ο ΅ικρότερος, Κλένια συγκλίνουν προς αυτό το ση΅είο. Πρόκειται για τον «ο΅φαλό» της περιοχής, που παρα΅ένει κέντρο, αν ληφθούν υπόψη ακό΅η και τα ορεινά εδάφη του Μαψού και του Αγιονορίου βόρεια και νότια της αρχαίας πόλης, που δεν ανήκουν στα δυο άλλα κοντινά κέντρα (’γιο Βασίλη και Αθίκια). Σή΅ερα, που οι οικιστικές συνθήκες βρίσκονται πολύ κοντά σ' εκείνες της αρχαιότητας (κατά την Τουρκοκρατία ήταν πιο κοντά στο ΅εσαίωνα), οποιαδήποτε αστική εξέλιξη στην παραπάνω περιοχή πρέπει να λάβει υπόψη της την πραγ΅ατικότητα αυτή. Δηλ. αστικωποίηση χωρίς την ένωση των δύο οικισ΅ών είναι αδύνατη, δεδο΅ένου ΅άλιστα ότι οι δύο άλλοι οικισ΅οί της περιοχής, ο Αγ. Βασίλης και ιδιαίτερα τα Αθίκια, είναι αρκετά ανταγωνιστικοί, ενώ στην αρχαιότητα ήταν ΅όνον ένας (Κλεωναί).

 

Πηγή: Μελέτη Μιχαήλ Σ. Κορδώση (Αρχαία και πρωτοβυζαντινή ΤΕΝΕΑ, <<Δωδώνη>> τόμος ΚΣΤ' τεύχος 1 (1997) Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.)

 

 

 

Κούρος Τενέας, 575-550 π.Χ.


Staatliche Antikensammlungen und glyptothek, Μόναχο,


Το αρχαϊκό μειδίαμα,

 

Επάνω

Copyright © 2008 Πολιτιστικός Σύλλογος Κλένιας